Ετικέτες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αστικές Ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αστικές Ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Εγώ και ο .... "μεγάλος"

 Κάθε ελληνικό ζευγάρι που ξεκίνησε την κοινή του ζωή τη δεκαετία του '60 έκανε κατά κανόνα 2 παιδιά.

Τα διαμερίσματα και οι μνήμες δεν χώραγαν περισσότερα. Ο πόλεμος και η πείνα είχαν μάθει ότι το φαγητό δεν έφτανε για όλους. Ούτε τα ρούχα, ούτε τα παπούτσια, ούτε τα αισθήματα.

Μετά τον πόλεμο ήρθαν στην Αθήνα, άλλοι για να ζήσουν και άλλοι για να κρυφτούν απο το παρελθον.. ξέρεις τώρα πώς πάνε αυτά: πόλεμοι, εμφύλιοι, καουμπόϋδες και σερίφηδες, βασιλικοί -βενιζελικοί , εθνικόφρονες και κομμουνιστές .. 

το ιστορικό ελληνικό μαλλιοκούβαρο .. έναν εμφύλιο κάναμε και δεν ήταν καν της προκοπής ... 

τέλος πάντων αυτό το επαρχιώτικο γιουρούσι κατέκλυσε την Αθήνα, ήταν και ο συγχωρεμένος ο εθνάρχης που βοήθησε να χτιστούν οι πολυκατοικίες σε κάθε ρούγα και ρέμα του πάλαι πότε κλεινού άστεως , μαζευτήκαμε όλα τα ετερόκλητα χαρτιά της τράπουλας εδώ στη γούβα.

Τί λέγαμε; 

Α,λοιπόν λέγαμε ότι όλοι αυτοί οι κατά τα άλλα απελπισμένοι, αποφασισμένοι ή και κορδωμένοι με την πρόοδό τους  αποφάσιζαν όταν βρίσκονταν και ταίριαζαν να κάνουν δύο παιδιά. 

Και εμείς δύο, ο μεγάλος και εγώ. 

Από το χωριό η μνήμη έλεγε, ο μεγάλος είναι μεγάλος... Γιατί; δεν έχει γιατί ρε παιδάκι μου ... θέλεις κι εξηγήσεις τώρα .. ωχού ....

Ο πρωτότοκος, ο στύλος της οικογένειας, αυτός που όταν θα τους έσερναν τα γεράματα στο χορό του θανάτου θα έπαιρνε τις αποφάσεις ...

σα να παρέδιδαν βασίλειο , μοναρχία ξέρω 'γω τί ... 

Ο μεγάλος, ήταν πάντα άριστος, καθωσπρέπει, έπεφταν με τα μούτρα πάνω του.. ήταν το πρώιμο το σπερματοζωάριο και το ωάριο , τα μερακλωμενα , προτού σκάσουν τα βάρη του γάμου 

Και από μεγάλος γινόταν κανακάρης, χαϊδεμένος κατά κανόνα κακομαθημένος και φυσικά μέτρο σύγκρισης ...

Είναι ήσυχος, διαβαστερός, δεν αντιμιλάει , υπακούει τη μαμά και τον μπαμπά, αλλά εκείνη τη ρημάδα την κάλτσα δεν την πάει ποτέ στα άπλυτα ΄..

άσε που έχει αντιγράψει και τον μακαρίτη τον Βουτσά στην ταινία και ζητάει το πρωϊνό λές και είναι εφοπλιστής στο City μεγαλωμένος από μικρός με μπάτλερ ...

Έτσι λοιπόν , είχαμε το μέτρο σύγκρισης ... 

Ρε κοιτάχτε τον και αφήστε με στην ησυχία μου .. εγώ δεν χρειάζεται να διαβάζω σαν σπασικλάκι .. θέλω να κάθομαι και να ονειροπολώ και ό,τι θα διάβαζα να τα σχηματίζει μόνο του το μυαλό μου ..

Όχι εκείνοι, θα γίνεις έτσι .. θα ΄φερεις και εσύ άριστα αλλιώς δεν θα πετύχεις τίποτα στη ζωή σου ...

εντάξει αυτό ήταν το μάντρα ολόκληρης γενιάς ... εμείς είχαμε πόλεμο , δεν τρώγαμε και τα λοιπά και τα λοιπά ... όλα αυτά που θα μπορούσαν να είναι ωραία ιστορική αφήγηση αλλά είχαν καταντήσε αναμάσημα χειρότερο και από της αγελάδας που θέλει να περάσει το χόρτο από στομάχι σε στομάχι 

Να μην μπορείς να απομονωθείς, να η έφοδος ξαφνικά γιατί; γιατί έπρεπε να διαβάζεις ...

Ταλαίπωρη εφηβεία , εκεί που αρχίζει να χοντραίνει κάπως η φωνή, να βγαίνουν οι πρώτες τρίχες στο πρόσωπο 

έπρεπε να μάθεις να ακροβατείς ανάμεσα σε υποταγμένο παιδάκι, ευνούχο του καθωσπρεπισμού και φυσικά να γίνεις και άντρας ...

πω ρε φίλε τρελό ζόρι ....

Έτσι ήρθε το πρώτο τσαντισμένο κλείσιμο της εξώπορτας , συνειδητό με το τί δέχομαι και απορρίπτω αλλά με μοναδικό στυλ:

«Έναν φυσιολογικό έχετε σε αυτό το σπίτι και δεν ξέρετε να τον εκτιμήσετε ...»

Πρέπει να σάστισαν , αλλά ήξερα ποιά ότι έξω δεν θα έβγαινα για βόλτες πια και να γυρίσω 

έξω θα έφευγα για να φύγω 

Ακούμε στο πνεύμα της εποχής τί άλλο, τον τύπο που την είπε στον ναύαρχο πατέρα του ... 😜







Τρίτη 12 Μαΐου 2026

Μαθαίνεις ότι ... «όλα είναι δρόμος»

 Στο δρόμο βγαίνεις γιατί σε πνίγει το σπίτι.

Στην αρχή πας μέχρι εκεί που δεν φοβάσαι ή μέχρι εκεί που σε πήγαιναν μικρό.

Μετά έρχεται το σχολείο, το φροντιστήριο Αγγλικών ένα πιο μακρινό σχολείο και μετά λες : 

εγώ μόνο έτσι θα βγαίνω .. τι διάολο θα με πούνε και φλώρο ..

Ετσι αρχίζει η γύρα. Από 'δω απο κει χωρις σκοπό αλλά πάνω κάτω με ίδια στέκια , τα στέκια του "όσο αντέχει η τσέπη"  και ο ποδαρόδρομος.

Από το πάρκο στην Κυψέλη και από κει στην Πλατεία Βικτωρίας, στου Ζωγράφου, στο Παγκράτι...  η "μικρή" Αθήνα στην τσέπη μας 

και εμείς ευτυχισμένοι που είχαμε αλλάξει συνοικία, περιοχή, ταχυδρομικό κώδικα, πλατεία, παγκάκι, καφετέρια 

Λίγο αργότερα θα συνειδητοποιούσαμε ότι κολουμπούσαμε στην ίδια σκατένια λίμνη, αλλά αυτό το «αργότερα» είχαμε πιστέψει ότι δεν θα ερχόταν ποτέ. 

Τα καλοκαίρια σχεδόν κάθε μέρα , εκτός από τις μέρες που έπρεπε να πάμε στο «χωριό» ή το «εξοχικό»

Άκου τώρα πώς είχε το πράγμα να μαθαίνεις 

Το «χωριό» ήταν λίγο η μίζερη κατάσταση. Από το χειμώνα έπεφτε γερή κουβέντα και καυγάδες για τις ημέρες που θα μοιραζοταν το πατρογονικό σπίτι. Εντάξει στο δικό μας δεν γινόταν αυτό, τα «έβρισκαν» μεταξύ τους αλλά από Φεβρουάριο στο σχολείο ρίχναμε πολύ κουτσομπολιό στο σχολείο με αυτό το θέμα. 

Και άγχος γιατί;;; Γιατί κανείς δεν ήθελε το χωριό. Επειδή χωριό σήμαινε να ακολουθείς τύπους: από το πώς θα ντυθείς , πώς θα μιλήσεις και κυρίως με ποιούς θα κάνεις παρέα.. διότι έχουμε όνομα εμείς και είμαστε και από σόι ... Αυτή ήταν η μάνα μου.

Έτσι έπρεπε να σκάμε μύτη σαν τα πριγκιπόπουλα, τα μη μου άπτου με την στεναχώρια στην τσέπη και με μία σκέψη: 

ρε σύ πώς θα τη βγάλω εγώ εδώ πέρα είκοσι μέρες; 

Οι άλλοι πάλι του «εξοχικού» ήταν ταξικά ανώτεροι. Δημόσιοι υπ΄λληλοι οι γονείς,  μεγαλοεπιχειρηματίες της εποχής δηλαδή δύο ψιλικατζίδικα αντί για ένα,

ναι για κάτι τέτοια μιλάμε δεν μιλάμε για βιομήχανους,

απαραίτητα με αυτοκίνητο δικό τους και φυσικά με τη δυνατότητα να δημιουργήσουν ένα «σπίτι» σε ένα νέο χωριό που δεν ήταν ούτε της μάνας τους , ούτε του πατέρα τους αλλά νέο ...

«Οικόπεδα με δόσεις ο Θεοδόσης » διαφήμιζαν οι πειρατικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί , ολόκληρα πούλμαν με επίδοξους αγοραστές της σειράς και όχι μόνο αγόρασαν ό,τι υπήρχε από Ζούμπερι μέχρι Ωροπό και από Λούτσα μέχρι Ραφήνα ... 

η αστική τάξη της εποχής να είχαμε να λέμε ...

και εμείς στην πίκρα και στην απορία: Πώς να κόψω τις φλέβες εκεί πέρα είκοσι μέρες;

Οι είκοσι μέρες ήταν το όριο .. γιατί οι πιο δυστυχισμένοι περνούσαν σε παππούδες και γιαγιάδες τρεις μήνες ...

Είχα ένα φίλο που έλεγε: μυρίζω γεροντικό κάτουρο από τον Απρίλιο γιατί θυμάμαι πού θα πάω , μέρι τα Χριστούγεννα για να μην ξεχνάω πού ήμουν 

Νομίζω ότι το έλεγε πολύ ρεαλιστικά , ασχέτως όταν τον άκουσα έξω από το προαύλιο της Γκράβας έπαθα ένα ψιλό σοκ με τον κυνισμό του.

Αργότερα κατάλαβα ότι το είχε περιγράψει άριστα. 

Μετά τα 13 ήξερα δύο πράγματα: ότι ήθελα να μεγαλώσω γρήγορα και να φύγω από το σπίτι .. οπωσδήποτε 

Ετσι μέχρ τότε σε κάθε ευκαιρία την έκανα ξεκλέβοντας όλο και περισσότερο χρόνο με κάθε δικαιολογία, .. 

ε ναι, δηλαδή νέος, ωραίος, μάγκας και τριζάτος

ήμουν εγώ για χωριά και συγγενίς που μύριζαν φορμόλη, γέρους που έπρεπε ναι ρε φίλε έπρεπε όλους να τους επισκεφτούμε λες και έπρεπε να τους δίνουμε αναφορά για την πρόοδό μας στας Αθήνας 

όχι δεν ήμουν , οπότε το να φύγω ήταν ένας μονόδρομος και μάλιστα ωραίος μονόδρομος

που τώρα που το σκέφτομαι αποτέλεσε την πιο ωραία και καυλωτική σκέψη που έκανα ποτέ

είχε μέσα κάτι που θεωρούσα ότι είναι αυτονόητο: ελευθερία 


Πάμε για το άσμα της ημέρας και ένα από αυτά που μας έφτιαχναν ακόμα φυσικά εκείνη την εποχή 




Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

Η αναίσθητη πόλη

 Η αναίσθητη πόλη είναι η πόλη ποι κοιμάται .. ειναι η πόλη που κοιμίζει  τις αισθήσεις.

Σε αυτή την κατά τα άλλα ιστορική πόλη , αυτή την ώρα - αρχές καλοκαιριού πια - οι αισθήσεις είτε κοιμούναι ληθαργικά είτε ετοιμάζονται να κοιμηθούν , επίσης ληθαργικά .

Από τα ωραία παράδοξα αν κυκλοφορείς τέτοιες ώρες έξω και βλέπεις .. βλέπεις τους ανθρώπους της.

Όμως αυτή ειναι η εικόνα στους δρόμους. Ο μεγαλύτερος λήθαργος γίνεται πίσω από τις κλειστές πόρτες. 

Πολλές φορές και το μεγαλύτερο δράμα. 

Έλα τώρα κόφτο, .. άκου δράμα.. Ωραία αν θέλεις ετσι, πες το τραύμα 

Και τα δύο σε -μα τελειώνουν .. είμαστε ΟΚ τώρα; 

Είμαστε και καπνίζουμε 3 το πρωί στο κεντρικό πάρκο, απέναντ από την Πινακοθήκη. Λίγο παραπάνω το τότε Χίλτον.  

Από τη Βασ. Σοφίας περνούν κάποια ασενοφόρα για τα νοσοκομεία της περιοχής , και περιπολικά.  Τα λεωφορεία δεν έχουν ξεκινήσει ακόμα τις βάρδιες και τα ταξί ψαρεύουν προς παραλιακή μεριά. 

Η πόλη μετακομίζει την κίνησή της στα Νότια για 5 με 6 μήνες .. στη θάλασσα. 

Ωραία, έχουμε ησυχία εμείς και την "ακούνε " κανονικά οι βλάχοι  στα νότια.

 Ενώ εμείς οι γκάγκαροι αν δεν βράζουμε στο ζουμί μας , βράζουμε από ένα μείγμα : νεύρα , θυμό, οργή και πάνω από όλα  έξαψη.

Πριν μπεί η δεκαετία του ΄80 και βάλει ο Καραμανλής την Ελλάδα στην ΕΟΚ , εμείς απλά βράζαμε και περιπλανιόμαστε γενικώς και ειδικώς .. το πολύ "ειδικώς" είναι στο βάθος αλλά ανυποψίαστοι , ακόμα δεν το ξέραμε.

Πρός το παρόν το μόνο που ξέραμε , ήταν ένα: πώς τα βράδια θα αρπάζαμε λίγη ελευθερία από τα "πρέπει" της οικογένειας, του σογιού και πάνω από όλα πώς δεν αρπάζαμε και καμιά "ψιλη" γιατί θα μας είχαν χάσει από το οπτικό πεδίο , τα μεγάλα "πρέπει", με πρόσωπο και ψυχή  αλλά με μια καρδιά που βασανίζεται από κάθε είδους "υπογραφές" .

Η ελευθερία ήταν ένα βήμα προς τα φώτα. 

Αυτό θα ήταν η ζωή μας τα επόμενα χρόνια ,βήματα στα "φωτα" , φώτα που δεν είχαν καμια σχέση με το αδειο φως της κουζίνας , ούτε με το δως που έδινε ο αστικός πολυέλαιος στο σαλόνι , όταν έρχονταν οι θείες με το κραγιόν και τα πτι-φουρ. 

Μαλάκα μου, έχει πεθάνει κάθε αίσθηση για ασφάλεια και νοσταλγία μονομιάς. και έχει μείνει μόνο η ορμή.

Κάτω από εκείνο το δέντρο, πάνω σε εκείνο το παγκάκι

Και οι κοπανατζήδες της ζωής και του καθωσπρεπισμού, δεκαπεντάρηδες θυμωμένοι που δεν ξέρουν το γιατί ,...

Ωραία εικάνα, δεν λέω... 

-Ρε συ, λες να μας κάνουν ταινία; 

-Τί να δείξουν από εμάς τους δύο; 

-Έχεις δίκιο, πρέπει να γίνουμε πολλοί.. 

-Δεν πρέπει; 

Και έτσι, τα δυο Μπεκετικά πρόσωπα αποφασίζουν ότι για να γίνουν πολλοί και να βρουν και άλλους οργισμένους, πρέπει να βγούν στο δρόμο ..

Έλα πάμε τώρα να ρίξουμε και το κομμάτι της ημέρας