Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

Από το Αρνί στο Κτήμα: Η Εξέλιξη της «Μεγάλης Ιδέας» του Γάμου



Στο προηγούμενο επεισόδιο, αφήσαμε τους «γενναίους του Μπρανκαλεόνε» στην εκκλησία, να παίρνουν τη γενναία απόφαση να γίνουν σύζυγοι. Τα οχυρά έπεσαν, τους μαζέψαμε για να μην τριγυρνάνε «ελεύθερα» και ήρθε η ώρα για το γιορτινό μέρος. Γιατί, όπως κάθε καλός ελληνικός γάμος, μετά τους χαιρετισμούς, τα φιλιά και τις φωτογραφίες-υπερπαραγωγή για το φεστιβάλ των Καννών, ακολουθεί η Δεξίωση.

Η Μετονομασία ως Κοινωνική Αναρρίχηση

Γιατί όμως «δεξίωση» και όχι «τραπέζι»; Επειδή στην Ελλάδα, όλοι θέλαμε να είμαστε πλούσιοι και να δίνουμε δεξιώσεις. Φταίει ο ελληνικός κινηματογράφος, που μας έμαθε το πρότυπο: να μοιάσεις, να αναγνωριστείς, να ματώσεις αν χρειαστεί για να φτάσεις στη βίλα, τις αυτοκινητάρες, το υπηρετικό προσωπικό και, κυρίως, για να δίνεις δεξιώσεις με σμόκιν (τα «τάξιντος» ντε!), καναπεδάκια και drinks. Τι είσαι, κανένας παμπάλαιος;

Η Εποχή της Αθωότητας (και του Λίπους)

Κάποτε, το «πού» ήταν απλό: ταβέρνα. Ντερλικώναμε αρνιά, κατσίκια και γουρουνόπουλα, τα χείλια γυάλιζαν από το λίπος, τα αιτήματα έσταζαν γαστριμαργική ηδονή και τα χέρια ψαχούλευαν ερωτικά το αρνίσιο παϊδάκι. Στο τέλος, έπιαναν τα κλαρίνα. Θείοι σαν τον Περικλή, με ένα μπρούσκο βαρελίσιο στο χέρι, όργωναν την πίστα στα τσάμικα, λέγοντας: «Τεστ κοπώσεως είναι, μην με κοιτάτε που ιδρώνω, φουσκώνω και κοκκινίζω έτσι!». Αξέχαστες εποχές.

Η Εποχή του «Ανδρέα» και του Πάριου

Μετά ήρθε το εκσυγχρονιστικό «σκούπισμα». Τα κλαρίνα εξορίστηκαν στα πανηγύρια και στα μαγαζιά περιξ Ομονοίας, και τη θέση τους πήρε το ballroom ξενοδοχείου.

·Το μενού: Φιλετάκια α λα κρεμ, πένες με 4 τυριά και σολομοί.

Το concept: Τζο Ντασέν για το φαγητό, Γιάννης Πάριος για τη χώνεψη (και το φλερτ), και Ρίτα για το κλείσιμο.

Το «κυνήγι»: Η Νίτσα από τη Μεγαλοπόλη που έψαχνε διέξοδο από τη ρουτίνα, συναντούσε τον Παναγιώτη από τα Γιάννενα. Τα βλέμματα είχαν ταχύτητα οπτικής ίνας και ο Πάριος ήταν ό,τι έπρεπε για να πέσουν οι... «πεσμένες» αντιστάσεις. ΠΑΣ-Γιάννενα και Αμαζόνες-Μεγαλοπόλης σε ντέρμπι για να ζήσει και το πρωτάθλημα!

· Η Εποχή του «Κτήματος»: Το Κάστρο της Μοναξιάς

Η μεγάλη ανατροπή ήρθε όταν οι κόρες Νασιούτζικ έκαναν το πρώτο ακριβό κτήμα. Έτσι αναδύθηκε η «υπόθεση Κτήμα». Πρόσφατα, ρωτώ τον φίλο μου τον Στέλιο, που μετακόμισε στη Σιντερίνα, πού βρίσκεται το μέρος για έναν γάμο. «Βάλε Google Maps και θα με βρεις», μου απαντά.

Φτάνω λοιπόν, ανεβαίνω βουνά μετά την Ανάβυσσο, και τι βλέπω; Ένα κάστρο κανονικό! Σκέφτομαι: «Ποιος θα κάνει 30 χιλιόμετρα για να γίνει ζάντα από τα κρασιά; Τουλάχιστον ας είχαν και κανένα κρεβάτι να κοιμηθούν τα "ασήκωτα" περιστατικά...». Αλλά βλέπεις, οργανωμένη επιχείρηση στην Ελλάδα έχει μόνο η αυτοκινητοβιομηχανία· οι υπόλοιποι, στο οριζόντιο και πλάγιο.

Όπου «κτήμα», φίλες και φίλοι, σημαίνει κουρτίνες, κορδέλες, κουίντες, ροτόντες, λευκά τραπεζομάντηλα, προσωπικό ομοιόμορφο και πάνω από όλα: πολύ κουνούπι το καλοκαίρι. Σημαίνει και πρόβλημα στον αστράγαλο, γιατί το αέρινο τούλι που σου πούλησαν για «τουαλέτα» απαιτεί ψηλοτάκουνο πέδιλο. Προσπάθησε τώρα εσύ να περπατήσεις στις ανηφόρες και τις κατηφόρες με αυτό. Κατεβαίνεις από το αυτοκίνητο σαν θεά και καταλήγεις να περπατάς σαν γιαγιά μετά από 7 σπασίματα στο ΚΑΤ.

Επίλογος: Το Τίμημα της Δόξας

Και κάπως έτσι, αφού υπογράψαμε τα χαρτιά, αφού επιβιώσαμε από τη διαδρομή-θρίλερ, αφού παλέψαμε με τα κουνούπια και καταφέραμε να βγάλουμε φωτογραφία χωρίς να φανεί ο γύψος στον αστράγαλο, το μόνο που μένει είναι η ερώτηση του ενός εκατομμυρίου: Άξιζε;

Άξιζε όλη αυτή η θεατρική παράσταση για να καταλήξουμε πάλι στο ίδιο συμπέρασμα; Πως όσες κουρτίνες, όσες ροτόντες και όσα «κτήματα» κι αν επιστρατεύσουμε, ο γάμος στην Ελλάδα παραμένει αυτό που ήταν πάντα: μια δοκιμασία αντοχής. Μια προσπάθεια να πείσουμε τους άλλους –και λίγο τον εαυτό μας– ότι η ζωή μας είναι κινηματογραφική ταινία, ενώ στην πραγματικότητα, το μόνο που θέλαμε όλοι ήταν ένα κομμάτι αρνί, λίγο κρασί και μια παρέα που δεν θα σε κρίνει αν ιδρώνεις ή αν παραπατάς στο τέλος της βραδιάς.

Τελικά, ίσως οι «γενναίοι του Μπρανκαλεόνε» να μην είναι αυτοί που παντρεύονται, αλλά αυτοί που αντέχουν να το γιορτάζουν μέχρι το πρωί. Πάμε γι' άλλα, λοιπόν. Τα οχυρά έπεσαν, η ζωή συνεχίζεται – και ευτυχώς, δεν χρειάζεται πάντα ψηλοτάκουνο για να την περπατήσεις.

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

And the winner is ....

 

Kαι όπως πάντα για όσους βαριούνται το διάβασμα ...



 

Μία από τις πιο ωραίες παράπλευρες εμπειρίες του blogging είναι το ποιοι σε διαβάζουν.

Γι' αυτό και ο καλός Θεός που φτιάχνει πλατφόρμες, έφτιαξε τα προγράμματα ανίχνευσης των αναγνωστών. Εντάξει, όχι ακριβώς για τις πλατφόρμες που ο καθένας έρχεται και γράφει ό,τι του κατέβει και λέει τον πόνο του, αλλά για εμπορικά πακέτα. Όμως κοντά σε αυτά «κόλλησαν» και τούτα εδώ και μάλιστα ενσωματώθηκαν και στην πλατφόρμα.

Φυσικά, κάθε ιστοσελίδα που σέβεται τον εαυτό της μπορεί να βάλει και άλλα, οπότε να έχει πλήρη εικόνα της επίδρασης στο κοινό. Παλαιότερα μάλιστα, για αρκετούς bloggers που η κάψα τους ήταν τεράστια και έλεγες «εδώ κρύβεται ένας εν δυνάμει συγγραφέας και εκεί ένας εν δυνάμει δημοσιογράφος», πίστευες ότι πρώτα έβαλαν τους trackers και μετά ξεκίνησαν να γράφουν.

Εμείς πάντως δεν καιγόμαστε για αναγνωσιμότητες και αναγνώριση. Γράφουμε μόνο για όσους και ό,τι μας εμπνέει να γράψουμε. Και άλλοτε θέλουμε να θυμηθούμε ή να ανιχνεύσουμε με μια ελαφριά μελαγχολία, ενώ άλλοτε σηκώνουμε το λάβαρο της επανάστασης και του αλλάζουμε τον αδόξαστο στην πλάκα. Ακριβώς ο ίδιος άνθρωπος. Και όσο κρατήσει και αντέξει η παρουσία.

Και εκεί λοιπόν που λέτε, σκάει ο tracker και μας αλλάζει τα πετρέλαια: — Αγαπητή μου, σου λέει, είσαι πρώτη μούρη στις Σεϋχέλλες, στο Βιετνάμ και τη Ρωσία. — Όχι στο Καβούρι; ρωτάς όλο αφέλεια. — Πρώτη μούρη στο Καβούρι; σου απαντά ο Google Analytics. Όχι μάνα μου, συνεχίζει στο λαϊκό, το βρώμικο, το ατίθασο. — Όοοχι... ψελλίζεις με απορία. — Όχι, σου απαντά κοφτά και το κλείνει εκεί.

Οπότε συμβιβάστηκα ότι μπορεί στο Καβούρι να κόβω βόλτες άνετα, αλλά δεν με διαβάζουν. Με διαβάζουν όμως οι Σεϋχέλλες ρε φίλε... από τους μπάρμεν μέχρι τους ναυαγοσώστες και από τις καρύδες —πριν πέσουν από το δέντρο— μέχρι τα λουλούδια στις ζαρντινιέρες των ξενοδοχείων. Καλά, στις παραλίες δεν μαζεύομαι... Κλέβει ο άλλος το tablet του διπλανού για να έρθει να συναντήσει τον λογοτεχνικό ογκόλιθο. Πέφτουν ψιλές, γίνονται πλονζόν στον αέρα, μια φορά παίξανε και στοίχημα για το αν θα ανεβάσω post... τέτοια τρέλα!

Α, οι άλλοι στο Ανόι... άλλοι καλύτεροι και αυτοί. Δεν έφταναν οι ναπάλμ που έφαγαν στον πόλεμο, θέλουν να ζήσουν και τον βομβαρδισμό του «Γάμος α λα Ελληνικά» και το Window Shopping με τα κόλπα του μεγάλου μουτρου Γ. Αγαπάμε Βιετνάμ, αλλά βρε φίλοι από το μακρινό Ανόι, εδώ μέσα γίνεται η μάχη του Ντα Νανγκ, μόνο που αντί για Βιετκόνγκ σκάει το θειούδι τύπου Περικλής-Κλης, ακόμα και Κλικλής, που επιεικώς ήταν συμπολεμιστής του Διγενή Ακρίτα (ένας δικός μας αυτός, πού να τον ξέρετε εσείς;). Εντάξει λοιπόν, θα το αποδώσουμε στα εθνικά συλλογικά τραύματα του πολέμου. Εξάλλου και εμείς εδώ από συλλογικά τραύματα ξεκινήσαμε και καταλήξαμε κοινωνικά πειράματα, τι ψάχνω κι εγώ τώρα...

Στην τρίτη θέση η Ρωσία... τα επικίνδυνα πράγματα. Ώρες είναι να με πουν και Πουτινάκι... Γελάω γιατί αν το «ι» το κάνεις «α» αλλάζει... εντάξει, εμείς μένουμε στο «Πουτ-ι-νάκι», πάντα υπήρξαμε τίμια και ηθικά στοιχεία. Εκεί λοιπόν που η βότκα πίνεται σαν νερό κάτω από τις ανοιξιάτικες σημύδες (τι τζάμπα διάβαζα εγώ τόσο Τολστόι νομίζετε;), πίνοντας ένα ζεστό τσάι, ο Ρώσος αναγνώστης αναζητά με αγωνία τις εξελίξεις... δεν το λες και λίγο. Αν σκεφτώ αυτό που λένε, πως είναι ανεξερεύνητη η ρώσικη ψυχή, καταλαβαίνω ότι μέσα στο χάος της εξερεύνησης βρήκε και εμένα εδώ και κόλλησε... ο Ιβάν ο Τρομερός.

Έτσι λοιπόν, με αυτή την ωραία αναγνωστική εμπειρία, δίνουμε το πρώτο βραβείο στις Σεϋχέλλες που πίνουν νερό στο όνομα μου και συνεχίζουμε το ταξίδι.

Κλείνοντας, θα πω ένα μεγάλο ευχαριστώ σε data centers και bots, έτσι κι αλλιώς δεν είναι απίθανο να μας διαβάζουν αργότερα κανονικά και με τον νόμο... αλλά επειδή οι αναγνώσεις ανοίγουν την όρεξη, αφήστε μας και ένα σχόλιο να ξέρουμε ότι περάσατε και μας τιμήσατε. Θα μας αρέσει, σας διαβεβαιώ... δεν είναι και ό,τι καλύτερο, αλλά τέλος πάντων, ας το δούμε!