Ετικέτες

Τρίτη 12 Μαΐου 2026

Μαθαίνεις ότι ... «όλα είναι δρόμος»

 Στο δρόμο βγαίνεις γιατί σε πνίγει το σπίτι.

Στην αρχή πας μέχρι εκεί που δεν φοβάσαι ή μέχρι εκεί που σε πήγαιναν μικρό.

Μετά έρχεται το σχολείο, το φροντιστήριο Αγγλικών ένα πιο μακρινό σχολείο και μετά λες : 

εγώ μόνο έτσι θα βγαίνω .. τι διάολο θα με πούνε και φλώρο ..

Ετσι αρχίζει η γύρα. Από 'δω απο κει χωρις σκοπό αλλά πάνω κάτω με ίδια στέκια , τα στέκια του "όσο αντέχει η τσέπη"  και ο ποδαρόδρομος.

Από το πάρκο στην Κυψέλη και από κει στην Πλατεία Βικτωρίας, στου Ζωγράφου, στο Παγκράτι...  η "μικρή" Αθήνα στην τσέπη μας 

και εμείς ευτυχισμένοι που είχαμε αλλάξει συνοικία, περιοχή, ταχυδρομικό κώδικα, πλατεία, παγκάκι, καφετέρια 

Λίγο αργότερα θα συνειδητοποιούσαμε ότι κολουμπούσαμε στην ίδια σκατένια λίμνη, αλλά αυτό το «αργότερα» είχαμε πιστέψει ότι δεν θα ερχόταν ποτέ. 

Τα καλοκαίρια σχεδόν κάθε μέρα , εκτός από τις μέρες που έπρεπε να πάμε στο «χωριό» ή το «εξοχικό»

Άκου τώρα πώς είχε το πράγμα να μαθαίνεις 

Το «χωριό» ήταν λίγο η μίζερη κατάσταση. Από το χειμώνα έπεφτε γερή κουβέντα και καυγάδες για τις ημέρες που θα μοιραζοταν το πατρογονικό σπίτι. Εντάξει στο δικό μας δεν γινόταν αυτό, τα «έβρισκαν» μεταξύ τους αλλά από Φεβρουάριο στο σχολείο ρίχναμε πολύ κουτσομπολιό στο σχολείο με αυτό το θέμα. 

Και άγχος γιατί;;; Γιατί κανείς δεν ήθελε το χωριό. Επειδή χωριό σήμαινε να ακολουθείς τύπους: από το πώς θα ντυθείς , πώς θα μιλήσεις και κυρίως με ποιούς θα κάνεις παρέα.. διότι έχουμε όνομα εμείς και είμαστε και από σόι ... Αυτή ήταν η μάνα μου.

Έτσι έπρεπε να σκάμε μύτη σαν τα πριγκιπόπουλα, τα μη μου άπτου με την στεναχώρια στην τσέπη και με μία σκέψη: 

ρε σύ πώς θα τη βγάλω εγώ εδώ πέρα είκοσι μέρες; 

Οι άλλοι πάλι του «εξοχικού» ήταν ταξικά ανώτεροι. Δημόσιοι υπ΄λληλοι οι γονείς,  μεγαλοεπιχειρηματίες της εποχής δηλαδή δύο ψιλικατζίδικα αντί για ένα,

ναι για κάτι τέτοια μιλάμε δεν μιλάμε για βιομήχανους,

απαραίτητα με αυτοκίνητο δικό τους και φυσικά με τη δυνατότητα να δημιουργήσουν ένα «σπίτι» σε ένα νέο χωριό που δεν ήταν ούτε της μάνας τους , ούτε του πατέρα τους αλλά νέο ...

«Οικόπεδα με δόσεις ο Θεοδόσης » διαφήμιζαν οι πειρατικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί , ολόκληρα πούλμαν με επίδοξους αγοραστές της σειράς και όχι μόνο αγόρασαν ό,τι υπήρχε από Ζούμπερι μέχρι Ωροπό και από Λούτσα μέχρι Ραφήνα ... 

η αστική τάξη της εποχής να είχαμε να λέμε ...

και εμείς στην πίκρα και στην απορία: Πώς να κόψω τις φλέβες εκεί πέρα είκοσι μέρες;

Οι είκοσι μέρες ήταν το όριο .. γιατί οι πιο δυστυχισμένοι περνούσαν σε παππούδες και γιαγιάδες τρεις μήνες ...

Είχα ένα φίλο που έλεγε: μυρίζω γεροντικό κάτουρο από τον Απρίλιο γιατί θυμάμαι πού θα πάω , μέρι τα Χριστούγεννα για να μην ξεχνάω πού ήμουν 

Νομίζω ότι το έλεγε πολύ ρεαλιστικά , ασχέτως όταν τον άκουσα έξω από το προαύλιο της Γκράβας έπαθα ένα ψιλό σοκ με τον κυνισμό του.

Αργότερα κατάλαβα ότι το είχε περιγράψει άριστα. 

Μετά τα 13 ήξερα δύο πράγματα: ότι ήθελα να μεγαλώσω γρήγορα και να φύγω από το σπίτι .. οπωσδήποτε 

Ετσι μέχρ τότε σε κάθε ευκαιρία την έκανα ξεκλέβοντας όλο και περισσότερο χρόνο με κάθε δικαιολογία, .. 

ε ναι, δηλαδή νέος, ωραίος, μάγκας και τριζάτος

ήμουν εγώ για χωριά και συγγενίς που μύριζαν φορμόλη, γέρους που έπρεπε ναι ρε φίλε έπρεπε όλους να τους επισκεφτούμε λες και έπρεπε να τους δίνουμε αναφορά για την πρόοδό μας στας Αθήνας 

όχι δεν ήμουν , οπότε το να φύγω ήταν ένας μονόδρομος και μάλιστα ωραίος μονόδρομος

που τώρα που το σκέφτομαι αποτέλεσε την πιο ωραία και καυλωτική σκέψη που έκανα ποτέ

είχε μέσα κάτι που θεωρούσα ότι είναι αυτονόητο: ελευθερία 


Πάμε για το άσμα της ημέρας και ένα από αυτά που μας έφτιαχναν ακόμα φυσικά εκείνη την εποχή 




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου