Όποιος ισχυριστεί ότι ακούει μουσική «απλώς για να χαλαρώσει», είτε λέει ψέματα, είτε κυκλοφορεί ακόμα ελεύθερος χωρίς να τον έχει τσιμπήσει η αστυνομία της μουσικής εμμονής! Γιατί για μερικούς από εμάς, ένα τραγούδι δεν είναι ποτέ απλώς ένα τραγούδι. Είναι μια ολόκληρη υπόθεση εξιχνίασης που περιμένει να λυθεί.
Όλα ξεκινάνε τελείως αθώα. Πατάς το play, γραπώνεις την κούπα με τον καφέ, είσαι έτοιμος να πεις «α, τι ωραίο κομματάκι»… και μπαμ! Ξυπνάει μέσα σου ο επιθεωρητής Μέγκρε.
— Για στάσου… πότε γράφτηκε αυτό;
— Ποιος ταλαιπωρεί έτσι αυτό το Fender Rhodes;
— Γιατί η παραγωγή ακούγεται σαν να ηχογραφήθηκε σε υπόγειο στο Ντιτρόιτ, πίσω από μια στοίβα παλιά λάστιχα;
— Τι έπιναν στο στούντιο και —κυρίως— τι άκουγαν πριν πατήσουν το rec;
Και κάπως έτσι, η χαλαρή ακρόαση γίνεται σκηνικό εγκλήματος. Μια πόρτα ανοίγει διάπλατα κι εσύ βουτάς με τα μούτρα σε ωκεανούς από soul-jazz, funk, vintage παραγωγές, ψαγμένες πόλεις και 70s αισθητική.
Το απόλυτο τέρμα, όμως, είναι όταν νομίζεις ότι ξέρεις ήδη τον ύποπτο.
Πάρτε για παράδειγμα τον Eddie Russ. Τον είχα «φακελωμένο». Τον είχα κατατάξει στα βαριά, τα σκληρά, τα κομμάτια με τις γωνίες, το νεύρο και την άγρια, αστική βρωμιά. Ήμουν σίγουρη ότι είχαμε υπογράψει σύμφωνο αμοιβαίας κατανόησης.
Και ξαφνικά, σκάει μύτη το The Lope Song.
Σαν να περπατάς αμέριμνος στο δρόμο, να βλέπεις τον τύπο που θεωρούσες «σοβαρό και αμετακίνητο» να φοράει χαβανέζικο πουκάμισο, να σου κλείνει το μάτι και να σου λέει:
— «Συγγνώμη, κυρία μου, μήπως θέλετε να ξανασυστηθούμε;»
— «Εσένα σε ξέρω!» διαμαρτύρεσαι.
— «Όχι, δεν με ξέρεις αρκετά…» σου απαντάει και το βάζει στο σφυριγματάκι, βγαίνοντας για τσάρκα στα μπαράκια.
— «Και πού βρέθηκες εσύ εδώ, ρε φίλε;» μένεις με το στόμα ανοιχτό.
— «Άστα αυτά… Μας έστειλε το μεγάλο μούτρο, ο Γ.!» σου πετάει με νόημα, σκάει ένα πονηρό χαμόγελο και στρίβει στη γωνία.
Ίδιος άνθρωπος. Άλλος κόσμος. Και φυσικά, με τις πλάτες του Γ. που ξέρει πάντα σε ποια στενά κρύβονται τα καλύτερα διαμάντια!
Μετά από αυτό, αντίο ηρεμία. Τα ακουστικά τερματίζουν, οι σημειώσεις παίρνουν φωτιά, κι ο ψηφιακός βοηθός στο τηλέφωνο αρχίζει να ιδρώνει προσπαθώντας να εξηγήσει πώς προέκυψε αυτή η συγκεκριμένη παραμόρφωση στον ήχο.
Τελικά, το να ακούς μουσική με τα αυτιά (και τα μάτια) κάποιου άλλου είναι η πιο ωραία, επικίνδυνη συνήθεια. Γιατί δεν ψάχνεις απλώς μια νότα. Ψάχνεις την ιστορία, την ατμόσφαιρα, το στυλ.
Ψάχνεις να βρεις πού κρύφτηκε ο αλήτης ο ήχος — αυτός που αρνείται να μπει σε αποστειρωμένα στούντιο, προσπερνάει τα «δήθεν» ηχεία και ζει ελεύθερος εκεί έξω, έτοιμος να σου κάνει το πιο ωραίο ντου!
Ούτε οι Clash στο Spanish Bombs (ούτε καν οι Sex Pistols αν αποφάσιζαν να το διασκευάσουν!) δεν θα έπιαναν τέτοιο ντου!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου