Τρίτη 19 Μαΐου 2026

Window shopping [ Είσαι σκέτος τρομοκράτης Γ. ]










Από το γρασίδι του Μεγάρου στο σεμεδάκι του Ριχάρδου: Μια Ιστορία Καθημερινής Τρέλας

Παρασκευή μεσημεράκι, Βασιλίσσης Σοφίας. Προχωρημένη άνοιξη, αλλά ο καιρός έχει βαριά κλινική κατάθλιψη – αν του έδινες Lexotanil, θα το κατάπινε αμάσητο. Γύρω μου, το απόλυτο walking dead: όλοι σε mood «αν δεν σχολάσω στα επόμενα τρία λεπτά, θα δαγκώσω τον καθρέφτη του διπλανού». Η πόλη κατεβάζει ρολά πιο γρήγορα κι από επαρχιακό μπακάλικο τον Δεκαπενταύγουστο.

Ακόμα και η σειρήνα ενός ασθενοφόρου στο βάθος έχει παραδώσει πνεύμα. Ρετάρει, κάνει έναν ήχο σαν ξεκούρδιστο κλαρίνο σε αποτυχημένο πανηγύρι στα Καλύβια. Δεν το βλέπω καλά το παλικάρι εκεί μέσα. Με τέτοιο ρυθμό, βλέπω τους τραυματιοφορείς να τον επαναφέρουν με push-ups, burpees και personal training, παρά με απινιδωτή.

Το σύμπαν, προφανώς, δεν έχει άλλη δουλειά και αποφασίζει να μου μιλήσει. Ακούω την εσωτερική παρόρμηση (ή τη φωνή της απόλυτης βαρεμάρας), στρίβω με style και αράζω στο γρασίδι του Μεγάρου Μουσικής. Εκεί, πάνω στο χορτάρι, με πιάνει το μάγκικο, το αλανιάρικο, το «γεννήθηκα στο Μπρονξ αλλά με μεγάλωσε η θεία μου στο Παγκράτι». Νιώθω ότι το Μέγαρο έγινε Central Park. Πετάω παπούτσια, ξαπλώνω φαρδιά-πλατιά σαν να μου ανήκει το οικόπεδο, ανοίγω το λάπτοπ και... μπαίνω στο site γνωριμιών. Έτσι, για το κοινωνικό πείραμα.


Η Γνωριμία με το «Γεροντοπίπινο» του Τορόντο

Εκεί, λοιπόν, ανάμεσα σε δεκάδες προφίλ, σκάει ο Ριχάρδος. Καρδιοχειρουργός, λέει, από το Τορόντο. Φίλε, μεταξύ μας, στη φωτογραφία μοιάζεις με γεροντοπίπινο, καμάκι της Ρόδου του ’80. Ή με κορταδόρο σενιόρ της Ανδαλουσίας, από αυτούς που την πέφτουν σε ξεμωραμένες Αγγλίδες τουριστρίστριες για ένα δωρεάν κοκτέιλ. Ο Ριχάρδος, λοιπόν, έχει φυτέψει κανονικά τη συμβία του στον Καναδά και, μέσα στον βαθύ του πόνο, κάθεται σεμνά-σεμνά σε μια καρεκλίτσα στον κήπο, πίνοντας το ποτάκι του. Α, και δείχνει και λίγο μπούτι έτσι, για την υποψία...

Διότι, κύριοι και κύριες μου, το μπούτι είναι η υποψία! Η υποψία ότι σε περιμένει κάτι καλό στο βάθος. Από κοτόπουλο που σπαρταράει στη βιτρίνα του χασάπη, μέχρι γυναίκα και άντρα. Το μπούτι είναι η ελπίδα του έθνους!

Και ξεκινάμε το chatting με τον Ριχάρδο τον Καναδό... και με πιάνουν τα νευρικά γέλια.

«Πώς ήταν η μέρα σου;», «Τι κάνεις;», «Πώς είσαι;», «Και αλήθεια, τι κάνεις για να ξεπεράσεις μια δύσκολη μέρα;»...

Λαλίστατος ο άτιμος! Από τη μία ανοίγει ανθρώπινες καρδιές στα χειρουργεία κι από την άλλη κάνει λεπτή επέμβαση στη δικιά μου την πίκρα. Τι να σου πω τώρα κι εσένα, μάνα μου; Τι να σου πω; Έτσι, το ρίχνω στα μονολεκτικά. Γιατί το ρημάδι το λάπτοπ, που το έχω μεταφέρει πλέον στο σπίτι και το έχω ακουμπισμένο πάνω στην κοιλιά μου στο κρεβάτι, το χρησιμοποιώ μόνο για να βλέπω καμιά σειρά. Έχει να πατηθεί πλήκτρο πάνω του από την εποχή που ο Steve Jobs πήγαινε ακόμα στο νηπιαγωγείο και τον κούρευαν με την κατσαρόλα!


Η Ντάγκλα, ο Ρώσος και το Deal των 25 Ευρώ

Και κάπως έτσι ξεκινάει το μαρτύριο της σταγόνας. Ο Ριχάρδος από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού να παλεύει με νύχια και με δόντια να με κρατήσει στη συζήτηση, κι εγώ να θέλω σφυρί και καλέμι για να τσακίσω το πληκτρολόγιο και να του απαντήσω. Έχομαι ξεραθεί στο γέλιο, τα δάκρυα τρέχουν ποτάμι, το λάπτοπ τρέμει πάνω στην κοιλιά μου.

Την ίδια ώρα, ο Ρώσος που έχει το site τρίβει τα χέρια του και κονομάει φράγκα στην πλάτη μας. Το μούτρο το διασκεδάζει, εγώ το διασκεδάζω, ο Ριχάρδος νομίζει ότι κάνει focus group... ρε, είμαστε όλοι ευτυχισμένοι μέσα σε μια περίεργη ντάγκλα! Από αυτές που κάνουν το νευρικό σύστημα να ουρλιάζει από χαρά και να πιάνει το βαρύ, το ασήκωτο το ζεϊμπέκικο:

«Στο προσκέφαλό σου επάνωωωω, τον κυνήγησα τον Χάροοοο... οοοοοοο! Χάροοοοοοοοοοοοοοοοοοο!»

Ο Ριχάρδος, όμως, συνεπέστατος. Εκεί, βράχος. Έτοιμος να σου ξεφράξει αρτηρία με Τουμποφλό αν χρειαστεί. Και πάνω που λέω «εντάξει, θα με πάρει ο ύπνος», πετάει το αμίμητο:

«Θέλεις να με δεις να κάνω κάτι live;»

Όχι, δεν το πετάει έτσι ξερά στο chat. Πετάει link για βιντεάκι! «Ώπα», λέω κι εγώ, «άναψαν τα αίματα, άρχισαν τα έξαλλα! Τώρα θα δείξει και στέρνο, θα δείξει και το περίφημο μπούτι-υποψία...»

Ναι, αλλά ο καπιταλισμός δεν χαρίζεται.

«Θα πληρώσεις όμως», μου πετάει το site.

«Θα πληρώσω, ρε φίλε!» του λέω. «Τι με πέρασες, για καμία τζαμπατζού; Για σένα, παλικάρι μου, το καίω το παγκάρι μου!»

Αφήνω το λάπτοπ-ναυάγιο στην άκρη, σηκώνομαι από το κρεβάτι με την άνεση ντίβας των '80s, πάω, σκάβω την τσάντα, βρίσκω την κάρτα. Την κρατάω, τον κοιτάω στην οθόνη και του λέω:

— «Εδώ που φτάσαμε, λέγε... πόσα θες;»

— «Τίποτα», μου λέει, «για σένα... 25 ευρώ».

— «Ολοστρόγγυλα;» ρωτάω με καχυποψία.

— «Όπως ο κύκλος του Ευκλείδη, κούκλα μου», απαντάει (μέσα στο μυαλό μου).

«Πάρτα και δώσε πόνο!» Του τραγουδάω κιόλας την ώρα που κάνω κάτι νάζια και οκτάρια με την κάρτα μπροστά στην κάμερα: «Στον ατέλειωτο τον πόνο βγήκα στον καυτό το δρόμο» και κάτι τέτοια δικά μου, βαριά, σκυλάδικα, της εθνικής αναγκαιότητας. Πληκτρολογώ τα νούμερα με ακρίβεια γερμανικού σπρέχεν, πατάω enter... και σκάει το βίντεο.


Το Υπερθέαμα: «Για σένα αετέ, καίω σύνταξη σε τεκέ!»

Ο Ριχάρδος ολοζώντανος στην τραπεζαρία του! Σκηνικό; Έπος από τα λίγα: Στο κέντρο του τραπεζιού το σεμεδάκι της γιαγιάς με τα λουλούδια. Το τραπέζι τόσο γυαλισμένο με Pronto που έχει φύγει και η τελευταία κόκκος σκόνης από τον Καναδά. Και στο βάθος, εκείνος... όλο υπόσχεση, με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι.

Ρε συ Ριχάρδε, ρε συ Ριχάρδε αγόρι μου... τι βλέπουν τα ματάκια μου; Σηκώνει το ποτήρι, μου κάνει ένα «στην υγειά σου» με νόημα, κι εγώ έχω πάθει εγκεφαλικό από τα γέλια. 

Εντάξει, ο Σπύρος Παπαδόπουλος και το «Στην υγειά μας ρε παιδιά» έχασαν τεράστιο ταλέντο! 😉😉

Τέτοιους έπρεπε να βάζει η τηλεόραση. Να τους βλέπουν οι γιαγιάδες στα γηροκομεία, να μερακλώνουν, να πετάνε τα «πι» και να ψάχνονται οι νοσοκόμες και οι γιατροί γιατί δεν τις πιάνουν τα χάπια για την πίεση! 

Να σηκώνονται όλες μαζί με τις ρομπίτσες και να τραγουδάνε: «Για σένα αετέ καίω σύνταξη σε τεκέ!»

Και μετά... δείχνει κορμί! Σηκώνεται να κλείσει την κάμερα. Δεν μπορεί, λέω, τη σκηνοθεσία αυτού του πλάνου την έχει κάνει Ουκρανός στρατηγός σε πεδίο μάχης. Φοράει ένα πουκάμισο τόσο κολλητό, που παλεύει να αποδείξει ότι δεν περισσεύει ίχνος πατσά. Τζηνάκι skinny, γιατί σου λέει «είμαι πενήντα φεύγα αλλά γυμνασμένος, το 'χω». Και εκεί τελειώνει το πρώτο παραμύθι.




Το Φινάλε μιας Ιστορικής Παρασκευής

Φυσικά και δεν το έκλεισα. Ξαναβάζω το βίντεο δεύτερη γύρα. Κρασί εγώ, κρασί κι αυτός, είμαστε στο «ώπα» και φύγαμε για άλλες πολιτείες! Το ξαναβάζω στη λούπα... Τρίτη φορά. Εκεί που είμαι έτοιμη να πέσω στα γόνατα στο χαλί από τα γέλια, ξαναρχίζει το μιλητό στο chat.

«Α, λέω, δεν γίνεται». Έχουμε και το λάπτοπ-ναυάγιο που έχει ανάψει από την υπερχρέωση. Σκέφτομαι ότι ο Ριχάρδος είναι μια οπτασία... μια οπτασία με ομορφιά ορτανσίας σε πλήρη άνθιση! Και τον κλείνω, σκασμένη στα γέλια.

«Είσαι μεγάλο μούτρο εσύ εκεί στα ξένα», λέω, «αλλά ναι, ρε... με ό,τι έχουμε και δεν έχουμε θα γελάσουμε!»

Είναι Παρασκευή βράδυ. Έχω κάνει καινούριο συκώτι από τα γέλια. Στα αυτιαι μου ηχούν κλαρίνα από την ταβέρνα «Ο Ταΰγετος» στην Ομόνοια, η γεύση μου ζητάει πρωινούς πατσάδες, ποδαράκι τίγκα στο κολλαγόνο για το hangover του εγκεφάλου, και την πέφτω για ύπνο.

Η «επανάσταση» πρέπει να μας βρει ξεκούραστους και φρέσκους... Καληνύχτα, Ριχάρδο!


Ακούμε Riders on the Storm και για τους τεμπέληδες της ανάγνωσης από το βραδάκι θα το έχουμε και σε podcast ( να μας ακούτε να σας φτιάξουμε και τη νύχτα αλλά και τους μεντεσέδες στις πόρτες που τρίζουν ) 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου